Νεα

Ο Σοφοκλής Φάτσιος για τον κεντρικό σταθμό Υπεραστικών λεωφορείων στον Ελαιώνα

Google+ Pinterest LinkedIn Tumblr

Ένα από τα πιο πολυσυζητημένα έργα συγκοινωνιακών υποδομών της Αττικής φαίνεται πως επανέρχεται στο προσκήνιο, έπειτα από χρόνια εξαγγελιών, σχεδιασμών και αναβολών. 

Πρόκειται για τη δημιουργία του νέου κεντρικού σταθμού υπεραστικών λεωφορείων στον Ελαιώνα, ενός έργου που φιλοδοξεί να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι υπεραστικές οδικές μετακινήσεις από και προς την Αθήνα, αντικαθιστώντας τους σημερινούς σταθμούς του Κηφισού και της Λιοσίων.

Ρεπορτάζ του iefimerida, αναφέρει ότι το τελευταίο διάστημα επανεξετάζεται το ενδεχόμενο κατασκευής του νέου σταθμού σε έκταση δίπλα στον σταθμό του Μετρό «Ελαιώνας», επαναφέροντας στο τραπέζι μια χωροθέτηση που είχε απασχολήσει και παλαιότερα τον σχεδιασμό του έργου. Η συγκεκριμένη επιλογή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς θα επέτρεπε την άμεση σύνδεση των υπεραστικών λεωφορείων με τη Γραμμή 3 του Μετρό, προσφέροντας στους επιβάτες τη δυνατότητα να συνεχίζουν τη διαδρομή τους προς το κέντρο της Αθήνας, τον Πειραιά και το αεροδρόμιο χωρίς να χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν ιδιωτικό αυτοκίνητο ή ταξί.

Η ιστορία του νέου σταθμού ξεκινά πριν από περίπου 25 χρόνια, όταν διατυπώθηκε για πρώτη φορά η ανάγκη δημιουργίας ενός ενιαίου τερματικού σταθμού υπεραστικών λεωφορείων στην Αθήνα. Το 2005 εκδόθηκε το Προεδρικό Διάταγμα που προέβλεπε τη χωροθέτησή του στον Ελαιώνα, δημιουργώντας την εντύπωση ότι το έργο είχε αποκτήσει πλέον τις απαραίτητες θεσμικές προϋποθέσεις για να προχωρήσει.

Ακολούθησε μια μακρά περίοδος μελετών και διοικητικών διαδικασιών. Το 2016 υπεγράφη συμφωνητικό για την εκπόνηση προμελέτης με τη συμμετοχή μελετητικής ομάδας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ενώ το 2020 τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Το σημαντικότερο βήμα πραγματοποιήθηκε την άνοιξη του 2023, όταν εγκρίθηκαν οι περιβαλλοντικοί όροι του έργου. Παρά την εξέλιξη αυτή, δεν ακολούθησε η δημοπράτηση και η κατασκευή του σταθμού. 

Στην πραγματικότητα, το έργο δεν προσέκρουσε μόνο σε τεχνικές ή αδειοδοτικές δυσκολίες. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν και παραμένει η διαμόρφωση ενός συγκεκριμένου μοντέλου υλοποίησης, που θα εξασφαλίζει τόσο τη χρηματοδότηση της κατασκευής όσο και τη μακροχρόνια λειτουργία της εγκατάστασης.

Όπως έχει επισημάνει ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Αυτοκινητιστών Υπεραστικών Συγκοινωνιών, Σοφοκλής Φάτσιος, οι αναγκαίες μελέτες είχαν ολοκληρωθεί και εγκριθεί, ωστόσο παρέμενε σε εκκρεμότητα ο καθορισμός του φορέα που θα αναλάβει την υλοποίηση. 

Επομένως, η επαναφορά της συγκεκριμένης χωροθέτησης δεν σημαίνει ότι ξεκινά αυτομάτως η κατασκευή. Προϋποθέτει να αποσαφηνιστεί ο τρόπος παραχώρησης ή αξιοποίησης της έκτασης, να προσδιοριστούν οι αρμοδιότητες των εμπλεκόμενων φορέων και να εξασφαλιστεί το χρηματοδοτικό σχήμα.

Κομβικό έργο

Ο σταθμός θα εξυπηρετεί 15 εκατ. επιβάτες τον χρόνο.

Ο αρχικός σχεδιασμός για τον νέο Κεντρικό Σταθμό Υπεραστικών Λεωφορείων είναι ιδιαίτερα φιλόδοξος, καθώς δεν περιορίζεται στη δημιουργία ενός χώρου άφιξης και αναχώρησης λεωφορείων. Αντίθετα, προβλέπει ένα ολοκληρωμένο συγκοινωνιακό συγκρότημα, με υποδομές που παραπέμπουν στη λειτουργία ενός σύγχρονου αεροδρομίου.

Σύμφωνα με τις μελέτες που είχαν παρουσιαστεί, το συγκρότημα προβλέπεται να περιλαμβάνει τέσσερα κτίρια, περίπου 70 θέσεις εξυπηρέτησης υπεραστικών λεωφορείων, οργανωμένους χώρους αναμονής και έκδοσης εισιτηρίων, εμπορικά καταστήματα, χώρους εστίασης, ξενοδοχείο και συνεδριακές εγκαταστάσεις.

Η δυναμικότητα του σταθμού είχε υπολογιστεί σε περισσότερους από 40.000 επιβάτες ημερησίως, δηλαδή περίπου 15 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως, ενώ προβλεπόταν η εξυπηρέτηση τόσο των εθνικών υπεραστικών δρομολογίων όσο και διεθνών λεωφορειακών μεταφορών. 

Η δημιουργία μιας τέτοιας υποδομής θα επέτρεπε την ενοποίηση δραστηριοτήτων που σήμερα παραμένουν κατακερματισμένες, με σημαντικά οφέλη για την οργάνωση των δρομολογίων, τη διαχείριση των επιβατικών ροών και την εξυπηρέτηση των ταξιδιωτών.

Η ανάγκη κατασκευής ενός νέου σταθμού γίνεται ακόμη πιο επιτακτική αν εξετάσει κανείς την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στους δύο βασικούς σταθμούς υπεραστικών λεωφορείων της πρωτεύουσας.